Greek National Identity and Language

‘Ενα από τα βιβλία που διάβασα τελευταία  και μάλιστα μονορούφι  ήταν το βιβλίο του Peter Mackridge ‘Language and National Identity in Greece 1766-1976’ στα αγγλικά. Δεν νομίζω ότι έχει μεταφραστεί στα ελληνικά γιατί  όσο και να έψαξα  στο google δεν βρήκα την ελληνική μετάφραση.  Ο  Peter Μackridge  είναι γλωσσολόγος και καθηγητής Νεοελληνικών στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

΄Οπως λέει και ο τίτλος, ο συγγραφέας συγκεντρώνεται στη μελέτη της ελληνικής γλώσσας. Πώς  οι Ελληνες την αντιμετώπισαν  και πώς χρησιμοποιήθηκε για  να οικοδομήσει, να μεταφέρει την εθνική ελληνική ταυτότητα και να ασκήσει πολιτιστική εξουσία  ακόμα και πολιτική, την περίοδο λίγο πρίν την επανάσταση του 1821 και μέχρι και το 1976.

΄Οπως είπα και παραπάνω το διάβασα μονορούφι. Πρώτον γιατί είναι ευκολοδιάβαστο και το θέμα του ήταν πολύ οικείο και προσιτό με πολύ ενδιαφέρουσες ιδέες σχετικά με την ταυτότητα του Ελληνα και την δημιουργία της μοντέρνας νεολληνικής γλώσσας.

Θα παραθέσω κομμάτια από την συνέντευξη του ίδιου του συγγραφέα στην  Λήδα Μπουζάλα του περιοδικού ΑΩ του Ωνάσειου ιδρύματος όπου ακριβώς τα ίδια τα λόγια του συγγραφέα επιφωτίζουν το περιεχόμενο του βιβλίου του.  :

“Η καθαρεύουσα είναι κάτι πρόσφατο. Δημιουργήθηκε από τον Κοραή και αργότερα από διάφορους φιλολόγους, επιστήμονες, δημοσιογράφους, τον 19ο αιώνα.

Οι περισσότεροι αρχαϊστες, όπως ο Κοραής, θεωρούσαν την προφορική νεοελληνική γλώσσα –αυτήν που λέμε τώρα «δημοτική»– χυδαία, διεφθαρμένη. Κάθε αλλαγή από τα αρχαία χρόνια θεωρείτο παραφθορά, λάθος κ.λπ. Ο Κοραής ήθελε να διορθώσει τη νέα γλώσσα με κριτήριο τους κανόνες της αρχαίας γραμματικής. Εκείνος έθεσε ζήτημα εθνικής ντροπής και περηφάνιας. Ήταν πολύ περήφανος για την αρχαία καταγωγή των Γραικών, αλλά ντρεπόταν, ιδίως μπροστά στους Δυτικοευρωπαίους στο Παρίσι, για την «κατάντια», για «τα χάλια της προφορικής γλώσσας». Ευρισκόμενος επί δεκαετίες έξω από την Ελλάδα, δεν είχε στενή επαφή με την προφορική γλώσσα, αλλά θυμόταν από τα νιάτα του στη Σμύρνη ότι η νεοελληνική είναι γεμάτη με τουρκικές, ιταλικές λέξεις και φράσεις, που δεν είναι αρχαίες, και ντρεπόταν.

Εδώ μπαίνει το θέμα της εθνικής ταυτότητας. Οι υπέρμαχοι της καθαρεύουσας ήθελαν να δημιουργήσουν μια γραπτή γλώσσα που ναι μεν βασιζόταν σε μια νεοελληνική κοινή προφορική γλώσσα, αλλά ήταν διορθωμένη σύμφωνα με τους κανόνες της αρχαίας ελληνικής τυπολογίας, για να φαίνεται ότιμοιάζει περισσότερο με την αρχαία. Ήταν ζήτημα εικόνας, ώστε να φανεί ότι οι Έλληνες, λόγω της γλώσσας τους, μοιάζουν πάρα πολύ με τους αρχαίους προγόνουςτους, ότι αγαπούν και φροντίζουν τη γλώσσα τους, διορθώνοντας και τροποποιώντας την.

Από την άλλη μεριά, οι δημοτικιστές, όπως ο Τριανταφυλλίδης, Σεφέρης και άλλοι, έθεσαν αντίστροφα το θέμα της περηφάνιας. Ήταν κι αυτοί περήφανοι για την καταγωγή των Ελλήνων, αλλά ντρέπονταν για την καθαρεύουσα, που ήταν κάτι τεχνητό και δεν αντιπροσώπευε τους Νεοέλληνες ή, μάλλον, έδινε την εικόνα ενός «υπαλληλάκου» και όχι ενός Έλληνα «λεβέντη»«με φιλότιμο». Λαογράφοι, όπως ο Νικόλαος Πολίτης και άλλοι, είχαν δείξει ότι το δημοτικό τραγούδι ήταν η γνήσια, αυθόρμητη έκφραση της ελληνικής ψυχής. Όταν εκδόθηκαν τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη από τον Γιάννη Βλαχογιάννη, έπρεπε να περάσουν 20-30 χρόνια, ώσπου να τα διαβάσουν οι ποιητές της γενιάς του ’30, όπως ο Σεφέρης και ο Θεοτοκάς, και να ανακαλύψουν τον Μακρυγιάννη, τον απλό Ρωμιό, ήρωα της Επανάστασης.

Οι δημοτικιστές ήταν περήφανοι και για τους λαϊκούς ανθρώπους που είχαν πολεμήσει, είχαν δημιουργήσει το σύγχρονο ελληνικό κράτος και είχαν έναν δικό τους πολιτισμό, που ήταν μεν συνέχεια του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, αλλά ήταν και κάτι το ξεχωριστό, με τη δική του γλώσσα, φυσική συνέχεια της αρχαίας Ελληνικής, όχι απόρροια ειδικής προσπάθειας.

Ολες αυτές οι διενέξεις ήταν και το πιο περίπλοκο θέμα και από αυτά που με βασανίζουν στην έρευνά μου. Πρέπει να πω από την αρχή ότι η καθαρεύουσα δεν ήταν μόνο κακό πράγμα. Η καθαρεύουσα έχει θετική συμβολή στο λεξιλόγιο, δηλαδή στη δημιουργία νέων λέξεων, όπως «πανεπιστήμιο», «ποδήλατο», «λεωφορείο», «δημοσιογράφος». Όλες αυτές οι λέξεις δημιουργήθηκαν τον 19ο αιώνα από ανθρώπους που έγραφαν καθαρεύουσα. Βασίζονται σε ρίζες αρχαιοελληνικές και αγνοούν το λεξιλόγιο και τη μορφολογία της δημοτικής. Έχουν επιτυχία και έχουν καθιερωθεί.

Επίσης, η καθαρεύουσα μετέφραζε πολλές φράσεις από ξένες γλώσσες, όπως η έκφραση «εντάξει» φαίνεται ότι είναι αρχαία (το «εν» με τη δοτική), είναι όμως μετάφραση της γερμανικής φράσης «in Ordnung» και μπήκε στην Ελλάδα με τους Βαυαρούς στην οθωνική περίοδο.

Η τόσο συνηθισμένη αυτή έκφραση μπορεί να μας διδάξει πολλά πράγματα για τη νεοελληνική γλώσσα. Το «εν» με τη δοτική δεν υπάρχει στη δημοτική. Το «εν» το χρησιμοποιούμε μόνο στη μεταφορική έννοια. Δεν λέμε «εν Αθήναις», αλλά λέμε «εντάξει»«εν πάση περιπτώσει». Τη δοτική τη χρησιμοποιούμε σε μεταφορικές χρήσεις. Η καθαρεύουσα, λοιπόν, ήταν γλώσσα της μετάφρασης. Δεν ξέρω καμία άλλη γλώσσα που έχει αυτόν τον διαχωρισμό, ανάμεσα στην κυριολεξία και στη μεταφορά. Αυτός ο διαχωρισμός είναι για μένα ως γλωσσολόγο ολέθριος. Οι Έλληνες, για λόγους που δεν έχω καταλάβει ακόμα, έχουν κάνει αυτόν τον διαχωρισμό: ότι η δημοτική είναι η γλώσσα της κυριολεξίας, μια γλώσσα φυσική και προσγειωμένη στην υλική πραγματικότητα, ενώ η καθαρεύουσα είναι η γλώσσα της μεταφοράς, της μετάφρασης και των αφηρημένων ιδεών. Νομίζω ότι δεν έχει γίνει ακόμα η σύνθεση που χρειάζεται ανάμεσα στο κυριολεκτικό και στο μεταφορικό.

Οι πιο νέοι επιστήμονες στα ελληνικά πανεπιστήμια θέλουν να χρησιμοποιούν πολλά λόγια στοιχεία εκεί που δεν χρειάζονται. Δεν είναι μόνο μια τάση επίδειξης, αλλά μια τάση να δημιουργηθεί ένα επιστημονικό, ένα αφηρημένο ύφος, που να διαφέρει ριζικά από την προφορική γλώσσα. Αυτή ακριβώς είναι η τάση της καθαρεύουσας: να διαφοροποιήσει τη γραπτή γλώσσα από την προφορική. Δεν μιλώ για την αντικατάσταση ξένων(αγγλικών) λέξεων από ελληνικές, αλλά για την αντικατάσταση λέξεων της δημοτικής με λέξεις λόγιες. Προτιμούν το «γνωρίζω» από το «ξέρω», το«πραγματοποιώ» και το «επιχειρώ» από το «κάνω». Εγώ το θεωρώ επιτηδευμένο. Στην Αγγλία έχουμε την αντίθετη πορεία. Η γραπτή και η προφορική μας γλώσσα έχουν συγκλίνει και ανάμεσα στους οξφορδιανούς φιλολόγους υπάρχει η τάση να γράφουμε όσο μπορούμε πιο απλά. Στην Ελλάδα του 2005, όπως και στην εποχή του Κοραή, υπάρχει μια τάση απόκλισης της γραπτής από την προφορική. Εδώ ο γραπτός λόγος γίνεται πιο περίπλοκος, ίσως πιο μπαρόκ.

Σολωμός, ο Καβάφης και ο Σεφέρης. Και οι τρεις προβληματίστηκαν σε σχέση με τη γλώσσα. Νομίζω ότι οι ποιητές αυτοί, μαζί με τον Ρίτσο και τον Ελύτη, έχουν εκμεταλλευτεί τη μεταφορική δύναμη της δημοτικής γλώσσας, δυναμικότητα η οποία έχει παραμεριστεί από άλλους που γράφουν δημοσία. Το ότι αγωνίστηκαν τόσο σκληρά και υπεύθυνα για την ελληνική γλώσσα ήταν σωτήριο για αυτήν…”

Στον  επίλογο του βιβλίου που ήταν και ο λόγος που βιαζόμουν να το τελειώσω για να διαβάσω αυτό που μας προβληματίζει σχεδόν όλους  ‘τι θα γίνει από εδώ και πέρα ….;’, ο Μackridge γράφει :

‘Το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα οι ‘Ελληνες κατάφεραν να αναπτύξουν και να εξευγενίσουν την εθνική τους ταυτότητα πάνω στη βάση των προηγουμένων αναπτύξεων,  διότι η χώρα ήταν εντελώς απομονωμένη από τους βόρειους γείτονες με την τεχνική ‘σιδερένια κουρτίνα’. Η Ελλάδα ήταν εθνικά, πολιτιστικά και γλωσσικά το πιο ομοιογενή έθνος του κόσμου   Από εδώ και πέρα όμως η ελληνική ταυτότητα αντιμετωπίζει την μεγαλύτερη και πιο σοβαρή πρόσκληση και δοκιμασία  πρώτον από το μεγάλο αριθμό μεταναστών (περισσότερο από 10%) και δεύτερον  από την αγγλοσαξονικη επιρροή μέσω της τεχνολογίας (και δεν είναι η μοναδική χώρα για το τελευταίο). Δεν μπορεί να κάνει προβλέψεις για τις επιπτώσεις  αλλά πιστεύει ότι θα είναι τεράστιες για την ελληνική εθνική  ταυτότητα.’


Advertisements